• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: crew cut, crew-cut

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crew cut n(army haircut)αντρικό κούρεμα, κοντό στο πάνω μέρος και σχεδόν ξυρισμένο στο κάτω
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 His crew cut and posture made it clear he was a military man.
crew cut n(very short haircut)αντρικό κούρεμα, κοντό στο πάνω μέρος και σχεδόν ξυρισμένο στο κάτω
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 The boys on the team all have crew cuts.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crew-cut n as adj(hair: very short)κοντοκουρεμένος μτχ πρκ
 (κατά λέξη)ξυρισμένα στα πλαϊνά και κοντοκουρεμένα στο κέντρο
Σχόλιο: A hyphen is used when the adjective comes before the noun it modifies.
 You could tell he was a Marine from his crew-cut hair.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crew cut στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «crew cut».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!